Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ: Από τη Βουλιαγμένη στην κορυφή του πνευματικού κόσμου

Επίτιμη δημότης Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης είναι από τις 20 Μαρτίου 2019 η Πρύτανης του Πανεπιστημίου της Ευρώπης και πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών, Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ.

Σε μια ειδική τελετή στην κατάμεστη αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου στη Βούλα, ο Δήμαρχος Γρηγόρης Κωνσταντέλλος απένειμε στην Ελληνίδα ακαδημαϊκό που συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων πνευματικών προσωπικοτήτων της Γαλλίας, την τιμητική πλακέτα και την «ομόφωνη και ομόθυμη» όπως είπε απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου των 3Β, μετά από πρόταση του Πολιτιστικού Συλλόγου Γυναικών «Απολλωνία».

Αντί κάποιας ιστορικής διάλεξης, η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ επέλεξε αντισυμβατικά να κάνει μια αυτοβιογραφική αφήγηση για τα παιδικά της χρόνια, όταν μεταξύ 1930 και 1940 παραθέριζε στη Βουλιαγμένη. «Από όλες τις τιμές που μου έκαναν –είμαι επίτιμος δημότης Αθηνών, Σπάρτης, Λαμίας κ.ο.κ.– ετούτη εδώ μου έκανε τη μεγαλύτερη χαρά και τη μεγαλύτερη συγκίνηση γιατί ακριβώς με έκανε να θυμηθώ πράγματα τα οποία κάποτε ίσως πρέπει να γράψω», είπε στο τέλος, καταχειροκροτούμενη.

Καθώς η προφορική αυτή μαρτυρία, όπως κατατέθηκε δημόσια, συνιστά ένα πολύτιμο τεκμήριο για την ιστορία της Βουλιαγμένης αλλά και την προσωπικότητα της Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ, παρατίθενται μεγάλα αποσπάσματα, όπως εκφωνήθηκαν.

«Ήμουν 4 χρονών και ερχόμουν στη Βουλιαγμένη κάθε καλοκαίρι, από τις 19 Ιουλίου ως τις 14 Σεπτεμβρίου, επί 10 χρόνια, από το 1930 ως το 1940.

Τι θυμάμαι από εκείνα τα χρόνια που είναι και σταθμοί στην ιστορία της Ελλάδας: Θυμάμαι την 4η Αυγούστου 1936. Ο πατέρας μου δούλευε στον Πειραιά και ερχόταν τα Σαββατοκύριακα. Δεν ήταν Σαββατοκύριακο αλλά τότε ήρθε και το μόνο που μας είπε ήταν από εδώ και στο εξής, σουτ, σιγή. Εμείς ήμασταν όλοι βενιζελικοί, όπως όλοι οι μικρασιάτες και δεν έπρεπε πια να μιλάμε για τον Βενιζέλο. Την πρώτη εμπειρία για τη λογοκρισία την είχα τότε ακριβώς.

Η άλλη εμπειρία που είναι επίσης από τη Βουλιαγμένη ήταν στις 15 Αυγούστου 1940. Τότε δεν ήμασταν σε αντίσκηνο αλλά σε παράγκα. Εκεί για πρώτη φορά κλαίω μαζί με τη μάνα μου και όλα μου τα αδέλφια, γιατί είναι η ημέρα που οι Ιταλοί ανατίναξαν την Έλλη στην Τήνο. Με τέτοιες εμπειρίες δεν μπορώ να ξεχάσω τη Βουλιαγμένη.

Τι ήταν η Βουλιαγμένη για μένα: Πρώτα το αντίσκηνο. Μου έκαναν όταν ήμουν παιδάκι μια μεγάλη κούνια κάτω από ένα μεγάλο δέντρο και εκεί έμαθα το πρώτο μου αλφαβητάρι αλλά και το πρώτο γαλλικό αναγνωστικό. Στη Βουλιαγμένη κάθε πρωί σχεδόν ξεκινούσα με τη γυναίκα που μας μεγάλωσε και μαζεύαμε από το πευκόφυτο δάσος τις φλούδες από τα δέντρα για να μαζέψουμε το ρετσίνι. Τότε η Αθήνα έπινε ρετσίνα και όχι ουίσκι. Ανάβαμε την πυροστιά για τα μαγειρέματα. Τι τραγουδούσαμε: Τα Ωραία μου πουλάκια κελαηδήστε, Εις το βουνό ψηλά εκεί κ.λπ. Καταλαβαίνετε ποια είναι η εποχή.

Κατεβαίναμε για μπάνιο στη μεγάλη αμμουδιά όπου υπήρχαν δύο μόνο καφενεία. Το ένα ήταν το Ακρογιάλι και το άλλο ο Τόγκας. Ήμασταν όλοι παιδιά από αντίσκηνα. Υπήρχε όμως κι ένας που ερχόταν μαζί μας αλλά δεν έμενε σε αντίσκηνο. Ήταν ο Παύλος, ο οποίος τότε ήταν διάδοχος. Ερχόταν με μια πετσέτα, ένα καρπούζι υπό μάλης, έπαιρνε μια βάρκα και έκανε μπάνιο πανευτυχής λίγο πιο πέρα από μας.

Αυτά όταν η Βουλιαγμένη δεν είχε ούτε νερό, ούτε ηλεκτρικό. Η Βουλιαγμένη ήταν το Ορφανοτροφείο, η ιαματική Λίμνη και ένα μικρό ξενοδοχείο. Ο δρόμος σταματούσε στη Λίμνη και όχι πιο πέρα. Για να πάμε στη Βάρκιζα καβαλούσαμε το λόφο που τον λέγαμε μικρός Όλυμπος. Κάτω από το λόφο υπήρχαν παντού χαρουπιές. Στη Βάρκιζα ήταν η άλλη παρέα και είχαμε δυνατότητα να κάνουμε βουτιές από έναν ψηλό βράχο.

Στη Βουλιαγμένη ερχόταν ένα καραβάκι από τον Πόρο και έφερνε νερό. Το ηλεκτρικό δεν υπήρχε. Η ασετυλίνη και οι λάμπες πετρελαίου φώτιζαν μόνο. Και η Βουλιαγμένη πάνω από όλα ήταν κυνηγότοπος. Στις αρχές Σεπτεμβρίου γέμιζε η Βουλιαγμένη κυνηγούς. Εγώ παιδάκι ακόμη πήγαινα πίσω από τους κυνηγούς και μάζευα τα φυσίγγια, τις σκοτώστρες όπως τις λέγαμε, που είναι κόκκινες, πράσινες, μπλε. Με αυτά έκανα όλα τα παιδικά ανθοδοχεία.

Ποιος έφερνε τα τρόφιμα; Όλα τα γαϊδουράκια έρχονταν από το Κορωπί. Αυτοί που οδηγούσαν μιλούσαν αρβανίτικα. Ήταν όλοι βασιλόφρονες, αλλά εγώ όπως σας είπα ήμουν βενιζελικιά. Έλεγαν αυτοί κάθε φορά: Πάρτε βασιλικά σύκα! Κι εγώ σηκωνόμουν και απαντούσα: Πάρτε και βενιζελικά, είναι τα μαύρα! Αυτές είναι πραγματικές αναμνήσεις.

Οι εκκλησιές ήταν: Ο Προφήτης Ηλίας του Ορφανοτροφείου, ο Άγιος Παντελεήμων και πριν φτάσεις στη Βουλιαγμένη υπήρχε δεξιά ο Άγιος Νικόλας, που ήταν μια μικρή εκκλησίτσα. Μόνο οι εκκλησίες υπάρχουν ακόμη, γιατί έπαψε η Βουλιαγμένη να έχει αντίσκηνα. Εγώ κατάντησα μετά τα αντίσκηνα να περνάω καλοκαίρι στον Αστέρα. Αυτή είναι η διαφορά, αν θέλετε, από τα 4 χρόνια μέχρι τα 90.

Ο πατέρας μου ερχόταν κάθε Σάββατο βράδυ. Λάτρευα τον πατέρα, έπαιρνα ένα σκαμνάκι και πήγαινα να κάτσω στη στάση που θα κατέβαινε στον κεντρικό δρόμο και βέβαια πήγαινα τουλάχιστον μισή ώρα πριν, μην τυχόν και τον χάσω. Είχα μάθει να μετρώ. Σε μισή ώρα, Σάββατο βράδυ στον κεντρικό δρόμο της Βουλιαγμένης μέτρησα 67 αυτοκίνητα, ούτε ένα παραπάνω».

«Ιστορία είναι η καθημερινότητα των ανθρώπων»

Συνέντευξη στον Γιώργο Λαουτάρη

Το 1976 γίνατε η πρώτη γυναίκα πρύτανης στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Από τότε έχουν περάσει 43 χρόνια. Σε αυτό το διάστημα η θέση της γυναίκας έχει καθιερωθεί στη θέση που πρέπει;

Άλλο Ελλάδα, άλλο Γαλλία, μην τα συγχέουμε. Στη Γαλλία, παρότι ξένη και αιρετική –καθότι ορθόδοξη σε μια καθολική χώρα– πήρα στην ευθύνη μου όλη την εκπαίδευση του Παρισιού. Θα γινόταν ποτέ κάτι ανάλογο στην Ελλάδα; Γενικά, δεν πρέπει να μιλάμε για ισότητα, αλλά για ίσες ευκαιρίες. Από τη στιγμή που οι γυναίκες έχουν τις ίδιες ικανότητες με τους άνδρες, πρέπει να έχουν και τα ίδια προνόμια. Θα δανειστώ κάτι που έλεγε μια μεγάλη συνάδελφός σας, η Φρανσουάζ Ζιρού: «Όταν γυναίκα που δεν έχει ούτε πτυχία, ούτε γνώση, ούτε κανένα άλλο προσόν πάρει πολύ μεγάλα αξιώματα, τότε θα έχει γίνει ισοτιμία με τους άνδρες».

Έχετε γράψει για το 1453 ότι «η δύση της Ανατολής σήμανε την ανατολή της Δύσης». Η Ελλάδα σήμερα σε ποιον κόσμο ανήκει;

Να ξεκαθαρίσουμε τις έννοιες πρώτα. Το 1453 η Ελλάδα ήταν μια μικρή επαρχία μιας αυτοκρατορίας ολόκληρης. Αυτή η μικρή επαρχία λεγόταν και «κατωτικά μέρη» επειδή ήταν κάτω γεωγραφικά σε σχέση με την Πόλη. Είναι τελείως διαφορετικό να μιλάμε για τους Έλληνες και τον ελληνισμό. Ο ελληνισμός έχει σύνορα πολύ μεγαλύτερα από ό,τι η Ελλάδα. Σε ποιον κόσμο ανήκουν οι Έλληνες λοιπόν, είναι το ορθό ερώτημα. Οι Έλληνες μετά την μικρασιατική καταστροφή του 1922 διατείνομαι ότι δεν μπορεί παρά να είναι με την Ευρώπη. Έχουν ακριβώς απέναντί τους αυτόν που κατέστρεψε την αυτοκρατορία. Πρέπει να ξέρετε ότι οι Έλληνες είναι οι μόνος βαλκανικός λαός που δεν ελευθέρωσε την κοιτίδα του γένους του. Σε τι συνίσταται το γένος των Ελλήνων; Ορθοδοξία και ελληνοφωνία. Πού τα οφείλουν αυτά τα δύο; Στο Βυζάντιο.

Όπως βλέπετε σήμερα την πολιτική κατάσταση, η Ευρώπη μετά το Brexit πιστεύετε ότι θα κινηθεί σε τροχιά ενοποίησης ή εθνικών απομονωτισμών;

Ευτυχώς που έφυγε η Μεγάλη Βρετανία, ήταν πάντοτε ένας αστερίσκος. Ούτε ενοποίηση, ούτε απομονωτισμός πιστεύω ότι έρχεται. Η Ευρώπη έκανε ένα λάθος. Αντί να κάνει εμβάθυνση, έκανε διεύρυνση. Όταν έπεσε το τοίχος του Βερολίνου δεν ήταν ανάγκη να εντάξουν τόσες χώρες. Αυτό που μου έλεγε πάντα ο Ζακ Ντελόρ ήταν ότι η Ευρώπη προχωράει πάντα από κρίση σε κρίση. Έτσι μεγαλώνει. Άλλωστε τι είναι Ευρώπη σήμερα; Είναι οι χώρες του ευρώ; Είναι οι 27 ή το Συμβούλιο της Ευρώπης; Η Ευρώπη είναι ένας ενιαίος πολιτισμός. Διαβάζουμε τα ίδια βιβλία, ακούμε την ίδια μουσική, έχουμε τις ίδιες αναφορές. Λέμε για την Ελένη, τον Προμηθέα, τον Οδυσσέα και όλοι καταλαβαίνουν. Αυτό είναι ενιαίος πολιτισμός. Πρώτη φορά το 1625 είπε ο Μπέικον «εμείς οι Ευρωπαίοι». Να το πούμε λοιπόν μια για πάντα. Όταν μιλάμε για Ευρώπη, μιλάμε για πολιτισμό, τον οποίο μοιράζονται βέβαια αυτοί που απαξιωτικά εν Ελλάδι λέγονται διανοούμενοι ή ελίτ. Άρα ούτε ενοποίηση, ούτε απομονωτισμός. Προσπάθεια για μια οργάνωση της καθημερινότητας την οποία θα απολαμβάνουν όλα τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρώπη δεν είναι γεωγραφία, είναι πολιτισμός. Ήταν το μέρος που μονοπωλούσε μέχρι τώρα την παγκόσμια ιστορία. Είμαστε βέβαια σε μία εποχή όπου η Ευρώπη έπαψε να μονοπωλεί την ιστορία. Αυτή είναι η μεγάλη στροφή.

Την ιστορία την γράφουν οι ηγέτες;

Την ιστορία πάντοτε την γράφουν οι νικητές. Πολύ λίγοι ηττημένοι έχουν γράψει την ιστορία τους. Για παράδειγμα, δεν έχουμε τίποτα για την τουρκοκρατία. Ούτε ένα ιστορικό βιβλίο επί 400 χρόνια. Αντιθέτως, έχουμε αγιογραφίες, φιλοσοφίες, ηθικολογίες κ.λπ. Ο Κοραής έλεγε ότι οι Έλληνες με το να θεωρούν τον εαυτό τους απόγονο του Λεωνίδα και του Μιλτιάδη, δεν πίστεψαν ποτέ ότι ήταν σκλάβοι, αλλά αιχμάλωτοι. Στην ιστορία πλέον αλλάξανε τα πράγματα βέβαια, με τους Γάλλους ιστορικούς γύρω από το περιοδικό Ανάλ. Λέμε πλέον ότι την ιστορία δεν την κινούν οι μεγάλοι άνδρες, οι αυτοκράτορες, αλλά η καθημερινότητα των ανθρώπων. Το ρεύμα αυτό αρχίζει από τον Βολταίρο που γράφει το 1765 ότι «δεν θεωρώ ήρωες τους καταστροφείς των πόλεων, θεωρώ ήρωες τους ανθρώπους που καθημερινά αντιμετωπίζουν μια ζωή δύσκολη».