Μπορεί η Ευρώπη να αποκτήσει το δικό της Πανεπιστήμιο;

Γράφει ο Θεόδωρος Γεωργίου,
καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας
στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης


Αφορμή για τις ιδέες που καταγράφω στη σύντομη αυτή παρέμβασή μου στάθηκε το κείμενο τριών συναδέλφων καθηγητών πανεπιστημίου, των Silke Biermann (καθηγήτριας Φυσικής στην Ecole polytechnique στο Παρίσι), Massimo Inguscio (καθηγητή Φυσικής στη Ρώμη) και Yves Laszlo (καθηγητή Μαθηματικών στο Paris-Saclay) οι οποίοι εισηγούνται την ίδρυση ευρωπαϊκών πανεπιστημίων σε αντιδιαστολή προς τα πανεπιστήμια των εθνικών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το κείμενο που υπογράφουν δημοσιεύθηκε στη γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung στο φύλλο της 19ης Ιανουαρίου 2022 σελ. 4. Αναφέρω, συνοπτικά, τις δύο βασικές προτάσεις τους: Πρώτον, η αναγκαιότητα για την ίδρυση ενός ή πολλών πανεπιστημίων τα οποία θα αυτοπροσδιορίζονται ως ευρωπαϊκά (όχι ως εθνικά) προκύπτει από την παγκοσμιοποίηση της γνώσης και του πνεύματος. Και το δεύτερο σημείο της ανάλυσής τους έχει να κάνει με τη διαπίστωση σύμφωνα με την οποία μέχρι σήμερα όλοι εμείς οι ευρωπαίοι πολίτες δεν σκεφθήκαμε ποτέ την ιδέα του ευρωπαϊκού πανεπιστημίου, ενώ μιλάμε συνέχεια για νομισματική, οικονομική ή αμυντική ενοποίηση.

Θα προσθέσω στην ανάλυση των συναδέλφων τις δικές μου σκέψεις, οι οποίες συνοψίζονται σε τρία σημεία: Πρώτον, η ιστορική λογική έχει καταδείξει ότι οποιαδήποτε πολιτική οντότητα επιδιώκει να αποκτήσει και την κυριαρχία, αυτό δεν μπορεί να γίνει εάν η ίδια ως Diskurs δεν έχει κατακτήσει την γνώση. Όποιος γνωρίζει την ιστορική εξέλιξη, αυτή η επισήμανσή μου ισχύει είτε πρόκειται για αυτοκρατορίες, είτε για πόλεις (π.χ. η Βενετία), είτε για τα σύγχρονα εθνικά κράτη.

Το δεύτερο σημείο της επιστημολογικής προσθήκης μου στο κείμενο των συναδέλφων αναφέρεται σ’ αυτό που στη φιλοσοφία ονομάζουμε διαλεκτική σχέση θεωρίας και πράξης. Άλλοι μιλάνε γι’ αυτό που ο Kant ονομάζει, ό,τι είναι καλό από θεωρητικής απόψεως δεν σημαίνει ότι στην πράξη είναι εξίσου καλό. Ένα συγκεκριμένο εμπειρικό παράδειγμα είναι το εξής: Εδώ και είκοσι χρόνια (2002-2022) εφαρμόζεται στην Ευρώπη κοινή νομισματική πολιτική (ιδρύεται η Ευρωζώνη), αλλά δεν εκπονούνται έστω και στοιχειώδη πολιτικά προγράμματα κοινής οικονομικής πολιτικής!

Ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αλλά εξακολουθεί να μη θεσμοθετείται το ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο. Ένα ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο ως ερευνητικός θεσμός θα λειτουργούσε εντελώς διαφορετικά σε σχέση με τα εθνικά πανεπιστήμια όσον αφορά στις απανωτές κρίσεις που περνάει η ευρωπαϊκή ήπειρος και ο πλανήτης ολόκληρος.

Στο πλαίσιο αυτής της δεύτερης επισήμανσής μου θα ήθελα ακόμη να τονίσω ότι ανάμεσα στις δύο μείζονες κρίσεις της εποχής μας, δηλ. τη δημοσιονομική και την πανδημική, η πολιτική ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφάρμοσε δύο εντελώς διαφορετικά μοντέλα διακυβέρνησης. Αναφέρομαι και στις σχέσεις της πολιτικής προς την επιστήμη αλλά αναφέρομαι, πρωτίστως, στα τελικά αποτελέσματα της διοικητικής διαχείρισης. Η ευρωπαϊκή δημοσιονομική πολιτική οδήγησε στα γνωστά αποτελέσματα σε σχέση προς την Ελλάδα ενώ η αντίστοιχη τεχνοκρατική διαχείριση της πανδημίας, επανέφερε στο ιστορικό παρόν την «φυσική κατάσταση», όπως αυτή έχει αναπτυχθεί σε θεμελιώδη κείμενα της ανθρώπινης αυτογνωσίας.

Με άλλα λόγια υποστηρίζω ότι (και αυτό είναι το τρίτο σημείο της ερμηνευτικής μου) η Ευρωπαϊκή Ένωση όσο παραμένει καθηλωμένη (ιστορικά και πνευματικά) στο καθεστώς της νομισματικής ενοποίησης και δεν επεξεργάζεται την ιδέα του ευρωπαϊκού πανεπιστημίου τότε θα παραμένει πίσω από τις διεθνείς εξελίξεις. Η ίδρυση του ευρωπαϊκού πανεπιστημίου θα μας απαλλάξει από τις μακραίωνες παθογένειες των εθνικών πανεπιστημίων. Θα μας οδηγήσει σε μια κοινωνική κατάσταση της έρευνας και της γνώσης για την οποία θα μιλάμε δεκαετίες μετά.

Θα κάνω ένα σχόλιο – κριτική παρατήρηση για τα δικά μας πανεπιστημιακά πράγματα. Τη στιγμή, κατά την οποία η δημόσια πολιτική συζήτηση αναφέρεται στην ίδρυση ευρωπαϊκού πανεπιστημίου, εδώ εμείς ακόμη και στον εικοστό πρώτο αιώνα συζητάμε για τα εξής δύο πράγματα (ενδεικτικά του ευρωπαϊκού επαρχιωτισμού μας και της περιφερειακής αυτοσυνείδησής μας): Εάν θα «μπει μέσα στα πανεπιστήμια» η Αστυνομία και εάν τα ελληνικά πανεπιστήμια θα μετατραπούν σε επαγγελματικές σχολές! Ο στοχασμός για ένα ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο, το οποίο θα αναδημιουργήσει τις πραγματολογικές συνθήκες έρευνας και γνώσης δεν απασχολεί τις ηγετικές ομάδες των καθηγητών των ελληνικών πανεπιστημίων. Ούτε, εννοείται και την πολιτική ηγεσία του τόπου μας. Γιατί, άραγε, συμβαίνει αυτό;