Αντιπολίτευση Δημοτικού Συμβουλίου: Συναινέσεις και διαφοροποιήσεις

Αν έχει δείξει κάτι η θητεία της διοίκησης Κωνσταντέλλου από το 2014 μέχρι σήμερα είναι ότι ανοίγει όλα τα μεγάλα ζητήματα των τριών πόλεων, δείχνοντας τη βούλησή της να λάβει σημαντικές αποφάσεις σε όλα τα επίπεδα. Το γεγονός ότι η τρέχουσα θητεία, μετά τις εκλογές του 2019 όπου η παράταξη του Δημάρχου έλαβε το ιστορικά υψηλό ποσοστό του 72%, έχει σημαδευτεί από τις ανέφελες ψηφοφορίες στο Δημοτικό Συμβούλιο που εγκρίνουν πάντα τις εισηγήσεις της δημοτικής αρχής λόγω άνετης πλειοψηφίας, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει αντιπολίτευση με το διακριτό της στίγμα.

Μια επισκόπηση των μεγάλων θεμάτων που απασχόλησαν το Δημοτικό Συμβούλιο τα τελευταία χρόνια δίνει μια ακριβή «ακτινογραφία» των παρατάξεων της μειοψηφίας ως προς τις προθέσεις και την πολιτική κάθε μίας. Βέβαια, ο κανονισμός του Δημοτικού Συμβουλίου δίνει πολλές επιλογές σε κάθε σύμβουλο: Εκτός από το «υπέρ» και το «κατά», υπάρχει το «παρών», το «λευκό» και βέβαια η δυνατότητα αποχώρησης ή απουσίας από μια επίμαχη ψηφοφορία. Ωστόσο, μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι σε κεντρικά ζητήματα του Δήμου η αποφυγή λήψης μιας ξεκάθαρης θέσης, μέσω του «λευκού» ή μιας βολικής απουσίας, συγκαταλέγεται στα «όχι», από τη στιγμή που δεν είναι «ναι».

Η περίπτωση Δαβάκη

Η παράταξη «Κύμα Ενωμένων Πολιτών» του Δημήτρη Δαβάκη έλαβε τη δεύτερη θέση στις δημοτικές εκλογές του 2019, αποκτώντας τη θέση της «μείζονος μειοψηφίας», όπως αναφέρεται στην αυτοδιοικητική νομοθεσία, ένας ρόλος που αντιστοιχεί στην κοινοβουλευτική «αξιωματική αντιπολίτευση». Κι αυτό παρά το γεγονός ότι από την πρώτη παράταξη την χωρίζουν διαφορά 60 ποσοστιαίων μονάδων (έλαβε 12% έναντι 72% της παράταξης Κωνσταντέλλου), 15.000 ψήφων (3.000 έναντι 18.000) και αναλόγως 20 εδρών στο Δημοτικό Συμβούλιο (4 έναντι 24).

Το γεγονός ότι η δημοτική αρχή διαθέτει μια άνετη και στέρεη πλειοψηφία για να προωθεί την πολιτική της, δίνει την ασφάλεια στην παράταξη Δαβάκη να στέκεται «απέναντι» σε σχεδόν κάθε μικρό ή μεγάλο ζήτημα του Δήμου. Το «όχι» επιστρατεύεται στο Δημοτικό Συμβούλιο, στην Οικονομική Επιτροπή και την Επιτροπή Ποιότητας Ζωής ως ψήφος μιας ιδιότυπης διαμαρτυρίας, επειδή τα μέλη της παράταξης δεν κρίνουν επαρκή μια εισήγηση, επειδή δεν είχαν χρόνο να την μελετήσουν ή συχνότερα επειδή εντοπίζουν κάποια –κατά τη δική τους κρίση– διαδικαστικά λάθη. Το άγχος της διαφοροποίησης από την πλειοψηφία και τη δημοτική διοίκηση χαρακτηρίζει κάθε ψηφοφορία στην οποία συμμετέχουν οι σύμβουλοι της παράταξης, με προσχηματική επίκληση διαφωνιών από τις οποίες λείπει κάθε στέρεη δικαιολόγηση. Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα της στάσης αυτής είναι η αρνητική ψήφος στην επανεπιβολή απαλλοτρίωσης στα εκκλησιαστικά οικόπεδα της Βουλιαγμένης, η αρνητική ψήφος στη μείωση του συντελεστή δόμησης στα οικόπεδα πρώην ιδιοκτησίας Μπενακείου, η αρνητική ψήφος στα μεγάλα έργα ανάπλασης των 3Β μέσω του προγράμματος «Αντώνης Τρίτσης», η αρνητική στάση στην ανάπλαση της πλατείας Νυμφών. Μόνη εξαίρεση στη στάση αυτή, ήταν η έγκριση που έδωσε η παράταξη Δαβάκη στη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για το έργο ανάπλασης της μαρίνας Βουλιαγμένης.

Οι υπόλοιπες παρατάξεις υιοθετούν μια κατά περίπτωση στάση, ανάλογα με τις γενικές τους αρχές και τη συγκυρία. Η Ριζοσπαστική Κίνηση Πολιτών του Θάνου Ματόπουλου όπως και η Λαϊκή Συσπείρωση του Κώστα Πασακυριάκου διατυπώνουν σταθερά μια διαφορετική στάση ως προς το μοντέλο διαχείρισης των ακτών σε σχέση με την δημοτική διοίκηση για παράδειγμα, ψηφίζοντας αναλόγως. Ωστόσο, στο μείζον ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας συντάχθηκαν χωρίς αστερίσκους στο πλευρό της δημοτικής αρχής που δίνει μια μάχη για το πράσινο, τη φυσιογνωμία της πόλης και τους ελεύθερους χώρους.