Φιλέλληνες: Από το ρομαντικό ιδεώδες στα όπλα

Το φιλελληνικό κίνημα που υποστήριξε υλικά από μακριά αλλά και πρακτικά μέσα στη φωτιά της μάχης την ελληνική επανάσταση του 1821 είναι ένα από τα λιγότερο φωτισμένα θέματα στην ιστοριογραφία σχετικά με τα γεγονότα της απελευθέρωσης, συγκριτικά με την έκτα- ση και τη σημασία του. Η επέτειος των 200 ετών φέρνει ευτυχώς στο φως νέες εκδόσεις γύρω από το θέμα που αξίζουν την αναγνωστική μας προσοχή.

Μελίκα

Η Μελίκα, μια μοραΐτικη ιστορία, από τις εκδόσεις Στερέωμα, είναι μια ρομαντική νουβέλα του Γάλλου ζωγράφου Αντουάν Λωράν Καστελάν που πρωτοδημοσιεύτηκε στα Γαλλικά το 1820. Ο συγγραφέας υπήρξε από τους ξένους περιηγητές στην προεπαναστατική Ελλάδα που κατέγραψαν και εξέδωσαν τις εντυπώσεις τους, παρέχοντας στο ευρωπαϊκό μορφωμένο κοινό τις εικόνες της σκλαβωμένης Ελλάδας. Αυτά τα «ντοκιμαντέρ» της εποχής, λειτούργησαν ευεργετικά για τους υποδουλωμένους Έλληνες, καθώς ενεργοποίησαν τα αντανακλαστικά του ενδιαφέροντος και της συμπόνοιας για τους άμεσους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων και της πνευματικής κληρονομιάς που μορφοποίησε ιδεολογικά και αισθητικά τη Δύση.

Η ελληνοπούλα Μελίκα (όνομα πιθανότατα προερχόμενο από τους εξελληνισμένους σλαβικής καταγωγής πληθυσμούς της Πελοποννήσου) ερωτεύεται σφοδρά τον Φιορέλι, έναν βενετσιάνο πειρατή που επιτίθεται στη Μονεμβασιά, όμως ναυαγεί. Οι ντόπιοι τον σώζουν και ο πατέρας της Μελίκα, τον φιλοξενεί σαν φίλο. Οι νέοι δίνουν όρκους πίστης αλλά αποχωρίζονται, όμως μετά από πολλές περιπέτειες ο Φιορέλι επιστρέφει στον Μοριά, όπου ιδρύει μια αποικία και βέβαια κάνει οικογένεια με τη Μελίκα. Εκτός από το λαβ στόρυ που στους γαλλόφωνους αναγνώστες της εποχής υποθέτουμε βάσιμα ότι θα δημιούργησε αισθήματα ταύτισης με τον Βενετό πειρατή ο οποίος μαγνητίστηκε για πάντα από τα ελληνικά θέλγητρα, ο συγγραφέας παραδίδει και μια εξαιρετική περιγραφή του ελληνικού τοπίου, όπως θα έκανε ένας νατουραλιστικός πίνακας ζωγραφικής. Η ιστορία της Μελίκα είναι εγκιβωτισμένη σε μια από τις περιηγητικές επιστολές του συγγραφέα και την διηγείται η φωνή ενός Έλληνα περιπλανώμενου ραψωδού – παραμυθά με το μαντολίνο του και τη βοήθεια ενός διερμηνέα, μια ενδιαφέρουσα αφηγηματολογική λεπτομέρεια που αφήνει αρκετά περιθώρια λογοτεχνικού αυτοσχεδιασμού στον συγγραφέα.

Ο αμερικανικός φιλελληνισμός

Ο συναισθηματικός δεσμός με την αρχαία Ελλάδα ήταν παρών και στις νεαρές Ηνωμένες Πολιτείες που είχαν πρόσφατο τον πόλεμο της δικής τους ανεξαρτησίας και ως νέο έθνος κράτος ενσάρκωναν τα πρώτα νεωτερικά στοιχεία των πολιτικών ελευθεριών και των ιδεών του διαφωτισμού. Την επίδραση που άσκησε η Επανάσταση του 1821 στις ΗΠΑ και το ζωηρό φιλελληνικό κίνημα που αναπτύχθηκε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού μελετά το βιβλίο της ιστορικού Μορίν Κόνορς Σαντέλι Ο αμερικανικός φιλελληνισμός που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Στην περίπτωση των ΗΠΑ ενώ υπήρξε ένας διάχυτος λαϊκός ενθουσιασμός για την απελευθέρωση της υποδουλωμένης Ελλάδας, ένα φαινόμενο που έμεινε γνωστό ως «ελληνική φωτιά» (που ήταν και ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου στα Αγγλικά) η αμερικανική κυβέρνηση δια- τήρησε επίσημη ουδετερότητα στη σύγκρουση, καθώς οι Αμερικανοί έμποροι πίεζαν για τη σύναψη εμπορικών δεσμών με την Υψηλή Πύλη ώστε να έχουν ανεμπόδιστη πρόσβαση στην οθωμανική αυτοκρατορία.

«Στις αρχές του 19ου αιώνα οι Αμερικανοί άρχισαν όλο και περισσότερο να θεωρούν ότι η χώρα τους είναι η νέα Ελλάδα», σημειώνει η συγγραφέας. Αντανακλώντας το κλίμα αυτό, το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ προσέλαβε το 1815 έναν μελετητή της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, τον Έντουαρντ Έβερετ, ο οποίος δεν παρέδιδε απλώς σεμινάρια για την ελληνική γλώσσα και πολιτισμό, αλλά εξελίχθηκε και σε ιδρυτικό μέλος του Φιλελληνικού Κομιτάτου της Βοστόνης, μια από τις κυρίαρχες φιλελληνικές οργανώσεις στις ΗΠΑ. Η συγγραφέας μεταφέρει και την άποψη του κοινωνικού επιστήμονα Φράνκλιν Μπέντζαμιν Σάνμπορν ότι η κατάργηση της δουλείας στις ΗΠΑ «είχε ξεκινήσει στην Ελλάδα» πριν κορυφωθεί στον αμερικανικό εμφύλιο, με τα επιχειρήματα υπέρ της αυτοδιάθεσης και των ελευθεριών που διεκδικούν οι σκλαβωμένοι.